Σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του όρους Ταύρος, με θέα προς το Ιόνιο πέλαγος και την Αίτνα, η σημερινή Ταορμίνα (Ταυρομένιον) συγκαταλέγεται στις πιο εντυπωσιακές ιστορικές πόλεις της Σικελίας. Πίσω όμως από τη σύγχρονη ονομασία και τη ρωμαϊκή μορφή των μνημείων της βρίσκεται μια πολύ παλαιότερη ελληνική ιστορία.
Η αρχαία πόλη ονομαζόταν Ταυρομένιον και αποτέλεσε ουσιαστικά τη διάδοχο της αρχαιότερης ελληνικής αποικίας της Νάξου, που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα.
Από τους Σικελούς στο ελληνικό Ταυρομένιον
Η περιοχή στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ταορμίνα κατοικούνταν ήδη πριν από την ελληνική εγκατάσταση. Οι αρχαίες πηγές συνδέουν την πρώτη εγκατάσταση στο ύψωμα του Ταύρου με τους Σικελούς (Siculi), τον αυτόχθονα πληθυσμό της ανατολικής Σικελίας.
Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να εγκαταστάθηκαν εκεί στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., μετά την καταστροφή της γειτονικής Νάξου από τον Διονύσιο Α΄ των Συρακουσών το 403 π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση που μεταδίδει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, γύρω στο 396 π.Χ. δημιουργήθηκε στον λόφο του Ταύρου ένας νέος οικισμός Σικελών. Η οριστική, όμως, διαμόρφωση της πόλης ως ελληνικής πόλης συνδέεται με το 358 π.Χ.
Τότε ο Ανδρόμαχος, πατέρας του ιστορικού Τίμαιου, συγκέντρωσε τους επιζώντες και απογόνους των κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι είχαν διασκορπιστεί μετά την καταστροφή της πόλης τους, και τους εγκατέστησε στον λόφο του Ταύρου. Έτσι δημιουργήθηκε το ελληνικό Ταυρομένιον, το οποίο θεωρείται ο πνευματικός και ιστορικός διάδοχος της Νάξου.
Η σχέση με τη Νάξο δεν ήταν απλώς συμβολική. Τα πρώτα νομίσματα του Ταυρομενίου φέρουν τον Απόλλωνα Αρχηγέτη, τη θεότητα που συνδεόταν ιδιαίτερα με τους Ναξίους και με την ίδρυση της αρχαίας ελληνικής αποικίας στη Σικελία. Έτσι, το Ταυρομένιον δεν ήταν μια εντελώς νέα ελληνική πόλη που δημιουργήθηκε από το μηδέν. Αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό τη συνέχεια της ελληνικής Νάξου, μεταφέροντας στον νέο τόπο πληθυσμούς, παραδόσεις και στοιχεία της πολιτικής και θρησκευτικής της ταυτότητας.
Γιατί ονομάστηκε Ταυρομένιον;
Η ονομασία συνδέθηκε ήδη από την αρχαιότητα με τη λέξη Ταύρος, δηλαδή με το όρος πάνω στον οποίο αναπτύχθηκε η πόλη. Ο ίδιος ο Δήμος Ταορμίνας αποδίδει ρητά το όνομα ως abitazione sul Tauro, δηλαδή «κατοικία στον Ταύρο», ενώ σε μεταγενέστερη ερμηνευτική παράδοση έχει προταθεί και σύνδεση με το ελληνικό μένειν, δηλαδή «παραμένω». Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, το όνομα συνδεόταν με τον λόφο «σε σχήμα ταύρου» και θα μπορούσε να αποδοθεί περίπου ως «εκεί όπου μένει/εγκαθίσταται κανείς στον Ταύρο». Αυτό είναι πολύ πιο κοντά και στη σημασία που δίνουν άλλες πηγές: «κατοικία/οικισμός στον Ταύρο».
Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι θρύλοι που αποδίδουν το όνομα σε διαφορετικές πηγές. Ένας από αυτούς αναφέρεται σε έναν Μινώταυρο, ο οποίος απεικονίζεται σε αρχαία νομίσματα και στον οποίο αποδίδονται τόσο η ίδρυση όσο και η ονομασία της πόλης. Ένας άλλος θρύλος κάνει λόγο για δύο πρίγκιπες από την Παλαιστίνη, τον Ταύρο και τον Μηνά, οι οποίοι ίδρυσαν την πόλη και της έδωσαν το όνομα Ταυρομένα.
Γύρω από την Ταορμίνα δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου πολλοί ακόμη θρύλοι. Σε ορισμένους πρωταγωνιστεί ο Πυθαγόρας, για τον οποίο λέγεται ότι μίλησε την ίδια ημέρα στην Ταορμίνα και στο Μεταπόντιο, ότι συνέβαλε στην υιοθέτηση από την Ταορμίνα των νόμων του Κατάνιου νομοθέτη Χαρώνδα, αλλά και ότι κατόρθωσε να καταπραΰνει τον ερωτικό πόθο ενός νεαρού Ταορμίνιου παίζοντας τον μαγικό του φρυγικό αυλό. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Πυθαγόρας έζησε σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία το Ταυρομένιον δεν είχε ακόμη ιδρυθεί.
Η γεωγραφική θέση εξηγεί και τη σημασία της πόλης. Από το ύψωμα μπορούσε κανείς να ελέγχει ένα μεγάλο τμήμα της ανατολικής ακτής της Σικελίας, ενώ η θέση προσέφερε φυσική προστασία και εξαιρετική θέα προς τη θάλασσα. Το Ταυρομένιον αναπτύχθηκε γρήγορα και απέκτησε σημαντική πολιτική και οικονομική ισχύ. Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. αποτελούσε ήδη σημαντικό κέντρο, ενώ ο ίδιος ο Ανδρόμαχος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική του ιστορία.

Το αρχαίο θέατρο: ένα ελληνικό δημιούργημα
Η πιο διάσημη μαρτυρία της αρχαίας ιστορίας της Ταορμίνα είναι ασφαλώς το περίφημο Αρχαίο Θέατρο. Παρά το γεγονός ότι η σημερινή εικόνα του μνημείου είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα ρωμαϊκών επεμβάσεων, οι ρίζες του βρίσκονται στην ελληνιστική περίοδο.
Το θέατρο κατασκευάστηκε σε ένα σημείο που μοιάζει ιδανικά επιλεγμένο για την ελληνική αντίληψη του θεατρικού χώρου: στην πλαγιά του λόφου, με την Αίτνα, το Ιόνιο και το τοπίο της Σικελίας να αποτελούν φυσικό σκηνικό.
Η διάμετρος της cavea, δηλαδή του κοίλου με τις θέσεις των θεατών, φθάνει τα 109 μέτρα, καθιστώντας το, μετά το θέατρο των Συρακουσών, το μεγαλύτερο αρχαίο θέατρο της Σικελίας και ένα από τα μεγαλύτερα στον ιταλικό χώρο και τη Βόρεια Αφρική.
Η ελληνική φάση
Η χρονολόγηση της αρχικής κατασκευής έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι αρχαιολογικές έρευνες του μνημείου τοποθετούν τον αρχικό σχεδιασμό στον 3ο–2ο αιώνα π.Χ. Τα στοιχεία που το αποδεικνύουν περιλαμβάνουν τμήματα ενός τοίχου από ισόδομους λίθους, ο οποίος ενσωματώθηκε αργότερα στο οικοδόμημα της σκηνής, καθώς και λίθινα καθίσματα του κοίλου που φέρουν ελληνικές επιγραφές. Στην ίδια περίοδο αποδίδονται επίσης κατάλοιπα ενός μικρού ιερού στην κορυφή του κοίλου.
Ορισμένοι μελετητές και η επίσημη παρουσίαση του αρχαιολογικού πάρκου συνδέουν την κατασκευή του θεάτρου με την ελληνιστική εποχή και ειδικότερα με την περίοδο του Ιέρωνα Β΄ των Συρακουσών. Σε σκαλοπάτια του θεάτρου σώζεται μάλιστα το όνομα της Φιλιστίδας, συζύγου του Ιέρωνα Β΄, στοιχείο που έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι ο Ιέρων συνδεόταν με την κατασκευή του θεάτρου. Η συγκεκριμένη απόδοση, ωστόσο, παρουσιάζεται ως πιθανή και όχι ως απολύτως τεκμηριωμένη βεβαιότητα.
Αυτό είναι σημαντικό: το θέατρο δεν πρέπει να χρονολογείται απλουστευτικά στην ίδρυση του Ταυρομενίου το 358 π.Χ. Η πόλη ιδρύθηκε ως ελληνικό κέντρο τον 4ο αιώνα π.Χ., αλλά τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα τοποθετούν την αρχική φάση του θεάτρου κυρίως στους επόμενους ελληνιστικούς αιώνες.
Η ελληνική αντίληψη του θεάτρου
Για τους αρχαίους Έλληνες το θέατρο δεν ήταν απλώς ένας χώρος διασκέδασης. Ήταν ένας χώρος όπου η τραγωδία, η κωμωδία, η μουσική, η ποίηση, η θρησκεία και η συλλογική ζωή της πόλης συναντιούνταν.
Η αρχιτεκτονική του ελληνικού θεάτρου ακολουθούσε αυτή τη φιλοσοφία. Το κοίλον (cavea) αναπτυσσόταν στην πλαγιά ενός φυσικού υψώματος. Μπροστά του βρισκόταν η ορχήστρα, ο χώρος όπου κινούνταν ο χορός, ενώ απέναντι βρισκόταν η σκηνή, το κτίριο που εξυπηρετούσε τους ηθοποιούς και λειτουργούσε ως αρχιτεκτονικό υπόβαθρο της παράστασης.
Στην Ταορμίνα, όμως, υπάρχει κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό! Το φυσικό τοπίο δεν αντιμετωπίστηκε ως κάτι που έπρεπε να αποκλειστεί από την αρχιτεκτονική. Αντίθετα, ενσωματώθηκε στη θεατρική εμπειρία. Ο θεατής δεν έβλεπε μόνο τους ηθοποιούς. Πίσω από τον χώρο της σκηνής αντίκριζε τη θάλασσα, τις ακτές της Σικελίας και, πάνω από αυτές, την Αίτνα.
Έτσι, το τοπίο γινόταν μέρος της ίδιας της παράστασης. Αυτό αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής του θεάτρου: η δημιουργία ενός χώρου όπου η ανθρώπινη κατασκευή και η φύση λειτουργούν ως ενιαίο σκηνικό.
Από το ελληνικό Ταυρομένιον στη ρωμαϊκή πόλη
Η ιστορία του Ταυρομενίου δεν σταμάτησε με την ελληνιστική περίοδο. Κατά τους επόμενους αιώνες η πόλη πέρασε από διαφορετικές πολιτικές κυριαρχίες και τελικά εντάχθηκε στον ρωμαϊκό κόσμο. Το Ταυρομένιον έγινε αρχικά civitas foederata, δηλαδή ομόσπονδη/συμμαχική πόλη της Ρώμης, πριν αποκτήσει επί Αυγούστου καθεστώς ρωμαϊκής αποικίας. Η πόλη γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά την πρώιμη και μέση αυτοκρατορική περίοδο. Τότε ήταν που άρχισε η μεγάλη μεταμόρφωση του θεάτρου.
Η ρωμαϊκή μεταμόρφωση του θεάτρου
Το εντυπωσιακό παράδοξο του μνημείου είναι ότι η ιστορική του ταυτότητα είναι ελληνική, ενώ μεγάλο μέρος αυτού που βλέπουμε σήμερα είναι ρωμαϊκό.
Σύμφωνα με το Αρχαιολογικό Πάρκο Νάξου–Ταορμίνα, ο αρχικός σχεδιασμός ανάγεται στον 3ο–2ο αιώνα π.Χ., όμως η μορφή που βλέπουμε μέχρι σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη ρωμαϊκή ανακατασκευή, ιδιαίτερα σε εκείνη του α’ μισού του 2ου αιώνα μ.Χ., πιθανότατα επί Τραϊανού ή Αδριανού.
Οι Ρωμαίοι δεν κατεδάφισαν απλώς το ελληνικό θέατρο για να δημιουργήσουν ένα νέο οικοδόμημα. Μετέβαλαν ριζικά τη λειτουργία και την αρχιτεκτονική του, προσαρμόζοντάς το στις απαιτήσεις των ρωμαϊκών θεαμάτων. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επέμβαση στο οικοδόμημα της σκηνής.
Η scaenae frons, ο επιβλητικός πίσω τοίχος της σκηνής, απέκτησε μνημειακή μορφή. Σώζονται οι δύο πλευρικές είσοδοι, γνωστές ως hospitalia, ενώ η κεντρική θύρα, η regia, έχει καταρρεύσει. Παράλληλα, διευρύνθηκαν τμήματα του κοίλου και μεταβλήθηκαν οι βοηθητικοί χώροι του θεάτρου.

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο της Ταορμίνας, με εμφανείς τις ρωμαϊκές επεμβάσεις.
Η αλλαγή δεν ήταν μόνο αρχιτεκτονική. Ήταν και πολιτισμική. Το ελληνικό θέατρο είχε δημιουργηθεί για ένα διαφορετικό είδος θεατρικής και πολιτιστικής εμπειρίας. Τα ρωμαϊκά θεάματα μπορούσαν να περιλαμβάνουν πολύ διαφορετικές μορφές δημόσιας ψυχαγωγίας, γεγονός που οδήγησε σε σημαντικές αλλαγές στη διαμόρφωση του χώρου.
Από το θέατρο στην αρένα
Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο το οικοδόμημα συνέχισε να αλλάζει. Μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ.Χ., το θέατρο μετατράπηκε σε αρένα, γεγονός που επέβαλε νέες τροποποιήσεις στους χώρους του. Οι υπόγειες εγκαταστάσεις διευρύνθηκαν, ενώ σε μεταγενέστερη φάση δημιουργήθηκε και το porticus post scaenam, η στοά πίσω από τη σκηνή. Έτσι, ο ίδιος χώρος που είχε δημιουργηθεί μέσα στην ελληνική θεατρική παράδοση πέρασε σε μια διαφορετική εποχή θεαμάτων.
Η μεταμόρφωση αυτή αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την ιστορία της ίδιας της πόλης:
Ελληνικό Ταυρομένιον → ελληνιστικό θέατρο → ρωμαϊκή πόλη → ρωμαϊκό θέατρο και αρένα.
Ένα ελληνικό μνημείο με ρωμαϊκή μορφή
Η σημερινή ονομασία «Ελληνικό Θέατρο της Ταορμίνα» είναι απολύτως κατανοητή λόγω της ελληνικής καταγωγής του μνημείου. Αρχαιολογικά, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Το θέατρο γεννήθηκε μέσα στον ελληνιστικό κόσμο του Ταυρομενίου, αλλά η μορφή που βλέπουμε σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των ρωμαϊκών επεμβάσεων.
Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη κάνει το μνημείο τόσο σημαντικό. Στους λίθους του διακρίνεται η συνέχεια δύο μεγάλων πολιτισμών της αρχαίας Μεσογείου: η ελληνική θεατρική παράδοση, που έδωσε τον αρχικό χαρακτήρα και τη χωρική οργάνωση του μνημείου, και η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, που το αναδιαμόρφωσε σύμφωνα με τις ανάγκες και τις αντιλήψεις της αυτοκρατορικής εποχής.
Ακόμη και σήμερα, όταν ο επισκέπτης στέκεται στο κοίλο και κοιτάζει πέρα από τα ερείπια της σκηνής, βλέπει περίπου το ίδιο τοπίο που έκανε κάποτε το Ταυρομένιον ξεχωριστό: το Ιόνιο, τις ακτές της Σικελίας και τον επιβλητικό όγκο της Αίτνας.
Το θέατρο της Ταορμίνα δεν είναι επομένως απλώς ένα «ελληνικό θέατρο» που διατηρήθηκε στη Σικελία. Είναι ένα πολυεπίπεδο αρχαιολογικό μνημείο, μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την ιστορία μιας ελληνικής πόλης από την ελληνιστική εποχή μέχρι τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη γοητεία του: δεν αφηγείται μία μόνο ιστορία, αλλά πολλές διαδοχικές ιστορίες γραμμένες πάνω στο ίδιο αρχιτεκτονικό σώμα.
